1 μήνα πριν, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Η κατάρα του Σίσυφου», ένα εξομολογητικό και ταυτοχρόνως καταγγελτικό κείμενο σχετικά με τα αδιέξοδα και τις σύγχρονες γνωστικές αυταπάτες που εκτρέφουν την καταστροφική επιστημονική αλαζονεία. «Οι επιστήμες μπορούν να λύσουν σχεδόν κάθε πρόβλημα που αφορά φαινόμενα τα οποία ήδη υπάρχουν, βελτιώνοντας την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής με εφευρέσεις, όπως η νευροπροσθετική ή η τεχνητή νοημοσύνη. Δεν προσφέρουν, όμως, απαντήσεις για την αρχή των φαινομένων. Δεν απαντούν στο πώς γεννήθηκε η ζωή, ο κόσμος, η συνείδηση και βέβαια ούτε στο γιατί, που είναι, έτσι κι αλλιώς, μεταφυσικό ερώτημα» γράφει στο νέο βιβλίο του ο διαπρεπής Ελληνας νευροεπιστήμονας Ανδρέας Κ. Παπανικολάου. Με αφορμή αυτό το πολύ προκλητικό κείμενο ζητήσαμε από τον συγγραφέα να μας διευκρινίσει τους στόχους που έθεσε γράφοντας για τη σύγχρονη εκδοχή της κατάρας του Σίσυφου.
Η προέλευση της ζωής και του ανθρώπινου νου αποτελούν μέχρι σήμερα ένα άλυτο πρόβλημα για την ανθρώπινη σκέψη (φυσική-επιστημονική και μεταφυσική-φιλοσοφική). Πάντως ο Ανδρέας Κ. Παπανικολάου στο νέο βιβλίο του «Η κατάρα του Σίσυφου», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδ. ΑΡΜΟΣ, παρουσιάζει -εν είδει ενός ετεροχρονισμένου πλατωνικού διαλόγου- τα συμπεράσματά του για τους κινδύνους της κυρίαρχης στις μέρες μας ιδεολογίας του επιστημονισμού. Συμπεράσματα που, ενώ βασίζονται στην πολυετή ενασχόλησή του με τη νευροπεπιστημονική έρευνα και διδασκαλία, αμφισβητούν και υπονομεύουν κάποια ευρέως διαδεδομένα επιστημονικά μυθεύματα.
Στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στις «Μηχανές του Νου» ο Ανδρέας Κ. Παπανικολάου, διεθνούς φήμης νευροεπιστήμονας και συγγραφέας, μας αποκαλύπτει μερικές από τις απόψεις που υποστηρίζει στο τελευταίο του συγγραφικό πόνημα σχετικά με τις κυρίαρχες ψευδοεπιστημονικές δοξασίες (υλιστικές-μονιστικές και ιδεαλιστικές δυϊστικές).
Στο βιβλίο σας «Η κατάρα του Σίσυφου» ο κύριος ήρωας, ο «αφηγητής», προσπερνάει το δόγμα του δυϊσμού χωρίς καν να καταδεχτεί να το ελέγξει σε βάθος, ενώ, αντίθετα, επιχειρηματολογεί εκτεταμένα κατά του «επιστημονισμού» (δηλαδή του απλοϊκού επιστημονικού υλισμού ή φυσιοκρατικού μονισμού. Σε τι οφείλεται αυτή η μεροληπτική στάση του και τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «επιστημονισμός»;
Σωστά το λέτε. Ο αφηγητής μεροληπτεί. Ξεκινάει την αναζήτηση απαντήσεων στα «μεγάλα», όπως τα ονομάζει, ερωτήματα για τα αίτια της γέννησης των φαινομένων από το εφαλτήριο του επιστημονικού υλισμού, τον οποίο έχει ενστερνιστεί, μετερχόμενος τη μέθοδο των θετικών επιστημών την οποία γνωρίζει καλά. Τον δυϊσμό τον απορρίπτει, διότι τον θεωρεί ως ένα σύνολο εικασιών που δεν επιδέχονται επιστημονική τεκμηρίωση. Ωστόσο ελέγχοντας επισταμένα τις βασικές υποθέσεις του επιστημονισμού συμπεραίνει πως και εκείνες παραμένουν ατεκμηρίωτες στο μέτρο που αφορούν τα αίτια της γέννησης των φυσικών φαινομένων.
Οσο για τον επιστημονισμό, συνίσταται σε μια συστοιχία τριών βασικών πεποιθήσεων. Πρώτον, ότι όλα τα φαινόμενα της φύσης εξηγούνται επαρκώς μόνο με τις μεθόδους των θετικών επιστημών, πρωτίστως της φυσικής, της χημείας και της βιολογίας, όπου με εξήγηση εννοούμε τα θεωρητικά πρότυπα για τη φύση των φαινομένων.
Δεύτερον, την πεποίθηση ότι η εγκυρότητα των εξηγήσεων εξαρτάται από την εμπειρική τους τεκμηρίωση, μια πεποίθηση που διαμορφώθηκε από τη περίφημο Κύκλο της Βιέννης και περιγράφεται συνήθως ως η μέθοδος του λογικού ή του εμπειρικού θετικισμού. Σύμφωνα με τον θετικισμό, καμία θεωρία ή υπόθεση δεν έχει νόημα εάν δεν μπορεί να ελεγχθεί εμπειρικά.
Τρίτον, ότι η φύση όλων των φαινομένων που απαρτίζουν το Σύμπαν, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της ζωής και της συνείδησης, είναι αμιγώς υλική, όπου με «ύλη» εννοούμε ό,τι είναι αισθητό ή δυνάμει αισθητό. Η πεποίθηση αυτή είναι γνωστή και ως υλιστικός μονισμός. Οι τρεις αυτές πεποιθήσεις συνιστούν τον επιστημονισμό, δηλαδή το φυσιοκρατικό δόγμα του επιστημονικού υλισμού όπως τον ονόμασε ο Βρετανός μαθηματικός και φιλόσοφος Whitehead, το οποίο κυριαρχεί στις επιστήμες.
Η αποδοχή και η εφαρμογή αυτού του δόγματος είναι εν πολλοίς υπεύθυνη για τα θαύματα που επιτελέστηκαν στις επιστήμες και στην τεχνολογία από την εποχή του Διαφωτισμού μέχρι σήμερα. Λόγω λοιπόν των αναμφισβήτητων θετικών αποτελεσμάτων της εφαρμογής του, ο επιστημονισμός εκτόπισε κάθε άλλο σύστημα πεποιθήσεων για τη φύση του κόσμου, της ζωής και του ανθρώπου και για πολλούς απέκτησε σταδιακά τα χαρακτηριστικά των θρησκευτικών δογμάτων με τις θετικές όσο και τις αρνητικές τους συνέπειες. Ο επιστημονισμός λοιπόν ήταν αρχικά το δόγμα του επίδοξου επιστήμονα -δηλαδή του «αφηγητή» στην Κατάρα του Σίσυφου- μέχρις ότου διαπίστωσε τα αδιέξοδα και τα λογικά ανακόλουθα, στα οποία το δόγμα αυτό οδηγεί, όταν η μέθοδός του εφαρμόζεται όχι μόνο στην περιγραφή, την πρόβλεψη και την εξήγηση των φαινομένων, αλλά και στα αίτια που γέννησαν τα φαινόμενα.
Επί παραδείγματι στην περίπτωση της γέννησης του κόσμου το θεωρητικό πρότυπο του big bang, της μεγάλης έκρηξης που περιγράφει την εξέλιξη του Σύμπαντος και τεκμηριώνεται, έστω και έμμεσα, με εμπειρικές αστροφυσικές παρατηρήσεις, αρχίζοντας από το σημείο της έκρηξης, αφότου δηλαδή προέκυψε ο χωροχρόνος και η συμπαντική ύλη. Αδυνατεί όμως να ταυτοποιήσει και να τεκμηριώσει τα αίτια της γέννησης αυτού του μοναδικού κοσμολογικού φαινομένου πριν από την εμφάνιση του χωροχρόνου. Διότι, ελλείψει χώρου, χρόνου και ύλης η αστροφυσική, η κοσμολογία και οι φυσικές επιστήμες εν γένει δεν έχουν αντικείμενο περιγραφής, πρόβλεψης και εξήγησης. Ωστόσο οι περισσότεροι θιασώτες του επιστημονισμού πιστεύουν, μάλλον άκριτα, το αντίθετο.
Σε παρόμοια αδιέξοδα, αν και για άλλους λόγους, οδηγεί ο επιστημονισμός όταν επιχειρεί να ταυτοποιήσει τις συνθήκες γέννησης της ζωής και της συνείδησης. Εν ολίγοις το δόγμα αυτό και η μεθοδολογία του, η οποία όντως χειρίζεται με εντυπωσιακή επάρκεια τα φυσικά φαινόμενα, αδυνατεί να δώσει απάντηση στα θεμελιώδη ερωτήματα που ταλανίζουν σχεδόν κάθε άνθρωπο: στα ερωτήματα της γέννησης των φαινομένων και φυσικά στον λόγο ύπαρξης, δηλαδή στο «γιατί» όλων αυτών των γεννήσεων.
Αυτό το βιβλίο σας παραπέμπει -τόσο ως προς το σκηνικό όσο και προς το διαλογικό στιλ γραφής- στους πλατωνικούς διαλόγους. Και μολονότι δεν αποδέχεστε το δυϊστικό δόγμα, σε πολλά σημεία του βιβλίου φαίνεται πως τα συμπεράσματά σας θυμίζουν τις «λύσεις» που διατύπωσε ο Πλάτωνας πριν από 2,5 χιλιάδες χρόνια. Σε τι έγκειται σήμερα η γνωσιολογική επικαιρότητα του Πλάτωνα;
Η επικαιρότητα του Πλάτωνα, όσον αφορά τους προβληματισμούς του βιβλίου και σε σύγκριση με τον επιστημονικό υλισμό, είναι διττή: είναι και επιστημολογική και οντολογική. Εν πρώτοις, η πλατωνική προσέγγιση διευρύνει την επικράτεια της επιστημονικής μεθοδολογίας πέραν της περιοριστικής επαγωγικής αρχής του λογικού θετικισμού, ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνο λογικές, απαγωγικές αποδείξεις, αλλά και την εξέταση τελεολογικών ερωτημάτων. Κατά δεύτερο λόγο, αποδέχεται τη δυνατότητα ύπαρξης μιας υπερβατικής πραγματικότητας πέραν εκείνης των αισθητών φαινομένων.
Ενα καλό παράδειγμα της διαφοράς της πλατωνικής προσέγγισης από τον επιστημονικό υλισμό είναι η θεωρία της ανάμνησης. Εκεί ο Πλάτων δείχνει τη λογική αναγκαιότητα της ύπαρξης των «ιδεών» για να εξηγηθεί το φαινόμενο της μάθησης και του εντοπισμού τους σε έναν υπερβατικό κόσμο πέραν του αισθητού. Ο εντοπισμός αυτός θα μπορούσε να είναι είτε σωστός είτε λανθασμένος. Θεωρείται όμως λανθασμένος από τους θιασώτες του επιστημονισμού, όχι επειδή δεν τεκμηριώνεται εμπειρικά, αλλά επειδή δεν συνάδει με το βασικό αξίωμα του επιστημονισμού –το μεταφυσικό αξίωμα δηλαδή ότι δεν υπάρχει η υπερβατική πραγματικότητα την οποία αποδέχεται ο Πλάτων.
Εντούτοις η αναγκαιότητα της ύπαρξης a priori κατηγοριών για την εκμάθηση της γλώσσας, για την αναγωγή φαινομένων σε γενικές έννοιες και για την ταυτοποίησή τους αναγνωρίζεται και από τους υλιστές, ασχέτως εάν εκείνοι την εντοπίζουν στον εγκέφαλο. Και σε αυτό ακριβώς έγκειται η επικαιρότητα του Πλάτωνα.
Αλλο παράδειγμα της επικαιρότητας του Πλάτωνα και ταυτοχρόνως της διαφοράς του από τον επιστημονισμό είναι η αναγνώριση της κατηγορικής διαφοράς μεταξύ των αιτίων της γέννησης των φαινομένων και των αιτίων της εξέλιξής τους. Εδώ ο Πλάτων αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της μεταφυσικής επεξήγησης των πρώτων αιτίων, προτείνοντας θεωρίες η εγκυρότητα των οποίων είναι αμφίβολη, ενώ ο επιστημονισμός επιμένει σε φυσιοκρατικές εξηγήσεις οι οποίες είναι αναμφιβόλως παράλογες, όπως δείχνει το παράδειγμα της γέννησης του Σύμπαντος στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως.
Σε αυτό το βιβλίο επισημαίνετε ότι οι τρέχουσες υλιστικές εξηγήσεις για τη γέννηση της ζωής και της συνείδησης είναι φύσει ατεκμηρίωτες. Σε τι στηρίζετε αυτή την προκλητική γνώμη σας;
Τη στηρίζω στη μεθοδολογική αρχή του επιστημονισμού, στην αναγκαιότητα δηλαδή του εμπειρικού ελέγχου όλων των θεωρητικών προτάσεων. Αραγε πώς θα μπορούσαμε να τεκμηριώσουμε την πρόταση ότι τα αίτια της εμφάνισης της ζωής είναι μόνο τυχαία ή ότι οι έμβιοι οργανισμοί προκύπτουν από την εξίσου τυχερή ανάμιξη άζωων χημικών ενώσεων και στοιχείων;
Ο μόνος επιστημονικά αποδεκτός τρόπος είναι να αναπαραγάγουμε στο εργαστήριο κάποιο έμβιο μόρφωμα: ένα κύτταρο, ας πούμε, ή έναν ιό. Πράγματι από τη δεκαετία του πενήντα έχουν γίνει πολλές προσπάθειες αυτού του είδους και όλες τους μέχρι τώρα έχουν αποδειχθεί ατελέσφορες. Αλλά ας υποθέσουμε ότι κάποτε κάποια τέτοια προσπάθεια θα τελεσφορήσει. Θα μπορούσαμε σε αυτή την περίπτωση να ισχυριστούμε ότι το υλιστικό αφήγημα τεκμηριώθηκε;
Νομίζω όχι διότι η πρόσμιξη και η επιλογή των χημικών στοιχείων δεν έγινε τυχαία, αλλά σχεδιάστηκε από γνώστες της μοριακής βιολογίας και της βιοχημείας, ενώ και τα πειράματα πραγματοποιούνται κάτω από αυστηρά ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες. Επομένως στο μέτρο που η υπόθεση συνεπάγεται τυχαία πρόσμιξη των στοιχείων προφανώς δεν τεκμηριώνεται.
Το ίδιο συμβαίνει με την υπόθεση ότι η συνείδηση είναι αποκλειστικά γέννημα ηλεκτροχημικών διεργασιών στον εγκέφαλο, η οποία είναι ευρέως αποδεκτή, τόσο μάλιστα που θεωρείται σχεδόν αυταπόδεικτη. Ομως ο μόνος τρόπος να αποδειχθεί έγκυρη θα ήταν να αναπαραχθεί τεχνητά σε κάποιο είδος ρομπότ, το οποίο να είναι απαράλλακτο με τον ενσυνείδητο άνθρωπο. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι η τεχνολογία θριάμβευσε γι’ άλλη μία φορά και παρήγαγε το εν λόγω ρομπότ. Αλλά και σε αυτήν ακόμα την περίπτωση μόνο να εικάσουμε μπορούμε ότι το ρομπότ είναι όντως ενσυνείδητο, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι δυνατόν να ξέρουμε εάν αρκεί η φαινομενικά τέλεια ομοιότητά του με τον άνθρωπο στη συμπεριφορά και στη γλωσσική έκφραση ως τεκμήριο ύπαρξης της συνείδησης και της αυτογνωσίας στη μηχανή που δημιουργήσαμε.
Γενικά λοιπόν τόσο η γνώση των αιτίων που γεννούν τα φαινόμενα όσο και ο λόγος, δηλαδή ο σκοπός της γέννησής τους, κείνται πέραν των δυνατοτήτων του επιστημονισμού, όπως και όλων των μεταφυσικών δογμάτων, να τα τεκμηριώσουν.
Ποιος είναι
Ο Ανδρέας Κ. Παπανικολάου είναι ομότιμος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τενεσί, ήταν ο ιδρυτής και επί πολλά χρόνια διευθυντής του περίφημου Κέντρου Κλινικών Νευροεπιστημών στο Χιούστον και συνδιευθυντής του Ινστιτούτου Νευροεπιστημών του Νοσοκομείου Le Bonheur του Μέμφις. Το 2002 ίδρυσε και διηύθυνε το Θερινό Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών της Διεθνούς Νευροψυχολογικής Εταιρείας και το 2008 έγινε πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας για την Προώθηση της Κλινικής Μαγνητοεγκεφαλογραφίας. Το πολύ πλούσιο συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει πανεπιστημιακά εγχειρίδια και αξιόλογες μονογραφίες, που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.
Μια αναλυτικότερη παρουσίαση και τεκμηρίωση των αντισυμβατικών ιδεών του πρόσφατου «Η κατάρα του Σίσυφου» μπορεί να βρει κανείς στα προηγούμενα βιβλία του «Υλη και Γνώση» και «Μυστική Γνώση» κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Gutenberg.